και ό,τι είναι γραπτό…

Το δέντρο – σε φα μείζονα

Τ

Picture

Στο δρόμο, στην αριστερή άκρια του, πάντα πηγαίνοντας, υπάρχει ένα δέντρο. Μεγάλο κι επιβλητικό, παλιό και δυνατό, με τα ριζά του γερά απλωμένα στο χώμα, μετράει χρόνο και περαστικούς.

Και τα δυο, το προσπερνούν χωρίς έγνοια. Πάνω του έχει δυο ζωές, τη δική του και μια ξένη, που όμως υπάρχει μόνο γι’ αυτό, μόνο από αυτό, μόνο μ’ αυτό: ένα είδος κισσού που περιελίσσεται γύρω από τον μεγαλόπρεπο κορμό του, τον τυλίγει, τον αγκαλιάζει, του προσδίδει όγκο και χρώμα, του κρατάει συντροφιά, του γίνεται φόρτωμα.

Με τον καιρό, μια περίεργη σχέση έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Ενώ με μια πρώτη ματιά ο κισσός μοιάζει να προσφέρει τη στοργή του στο μοναχικό δέντρο, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Είναι το δέντρο που υπομονετικά αφήνει τον ξενιστή κισσό ν’ αναπτυχθεί πάνω του, να ζήσει μαζί του, να το συντροφέψει. Έτσι, μαζί χαζεύουν τους περαστικούς και μαζί βιώνουν τη ρουτίνα της αλλαγής των διάφορων εποχών, αλλαγές σίγουρες, προκαθορισμένες, διαδοχικά επαναλαμβανόμενες, που στο σύνολό τους ιδωμένες δεν αλλάζουν ποτέ.

Το χειμώνα, όταν εκείνο ανήμπορο εκτεθειμένο στο κρύο και τον χιονιά χάσει τα πάντα του από φύλλα και τα γυμνωμένα κλαριά του υποκύψουν στο χιόνι δηλώνοντας την απώλεια που υπομένουν, ο κισσός διατηρεί το περισσότερο από το δικό φύλλωμα. Το βαθύ σκούρο πράσινό του, που έρχεται σε αντίθεση με το λευκό, κρατιέται σε πείσμα κι αδιαφορία για το κρύο, προστατεύοντας τον φιλόξενο κορμό, κρατώντας τον ντυμένο στα ζεστά. Έτσι αγκαλιασμένο, το δέντρο ξεχειμωνιάζει ωσότου έρθει η άνοιξη.

Στην ώρα της σαν έρθει και με τη σειρά της, τα δυο μαζί, δέντρο και κισσός, θα καταπρασινίσουν. Θα κάνουν επίδειξη του πλούτου τους, θα φιλοξενήσουν πουλιά κι έντομα και κάθε είδους μικροοργανισμούς, θ΄ανασάνουν και θα χαρίσουν από την ανάσα τους, θα γιορτάσουν αντάμα με όλα τα πλάσματα της φύσης αυτό που πάντα σήμαινε γέννηση, ξαναγέννηση, ανάσταση, συνέχιση ζωής. Στα γιορτινά ντυμένο, το δέντρο ξαναερωτεύεται, τον κισσό, τον εαυτό του. Καμαρώνει όπως είναι, απολαμβάνει αυτό που είναι, εκεί που είναι, πάντα, στην άκρια ενός δρόμου, αλλά μέσα στη ζωή. Μεγαλώνει και χαίρεται, ο χρόνος είναι με το μέρος του, φιλικός και γενναιόδωρος, του προσθέτει όγκο, δύναμη, αξιοπρέπεια, πείρα.

Μόλις έρθει το καλοκαίρι, η ζέστη θα παραβγεί μαζί τους. Το φύλλωμα θα βαρύνει νωχελικά στην άπνοια περιμένοντας να θροΐσει στο πρώτο αεράκι, νυσταγμένο από την απραξία, με τον κορμό πάντα τυλιγμένο, αγκαλιασμένο τώρα ασφυχτικά, με τους περαστικούς να πληθαίνουν και τις ώρες να κυλούν αργά, με τζιτζίκια να ζουζουνίζουν στη θερινή βαρεμάρα, μια μουσική επένδυση, γνώριμη, μονότονη κι επαναλαμβανόμενη, μουσική επιτυχία όμως, αφού είναι τόσο πανάρχαια και παγκόσμια αναγνωρίσιμη.

 

   Το φθινόπωρο, όλα αποκτούν ξαφνικό ενδιαφέρον. Χρώματα. Το δέντρο λίγο πριν χάσει το φύλλωμά του δίνει μια τελευταία γιορτή. Με χρώματα. Όλο το πορτοκαλί είναι εκεί με λίγο από κίτρινο, η ώχρα, το χρυσαφί και κάτι που μοιάζει με σκουριά, λίγο παρείσακτο πράσινο που αντιστέκεται πεισματικά στο θάνατο –αυτά είναι τα δικά του φύλλα γιατί, ο κισσός, συνεχίζει την σφιχτή πρασινωπή αγκαλιά του: εδώ είμαι, δεν φεύγω, ζω για ’σένα, από ’σένα, με ’σένα.

Αυτό είναι το δέντρο. Ένα δέντρο. Παράξενα, αλλά κι όμορφα ζευγαρωμένο, μετράει χρόνο και περαστικούς. Μετράει τις φορές που το προσπερνάω μέσα στις σκέψεις μου και τις διαθέσεις μου. Μετράει εποχές και καιρούς κι αλλαγές που μοιάζουν ίδιες με τις προηγούμενες και τη ζωή που πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί μέσα απ΄το θάνατο, ξανά και ξανά και ξανά σ΄ έναν αέναο κύκλο που όλοι εμείς, οι περαστικοί, μάθαμε ν αγνοούμε, να παραβλέπουμε σαν σοφία. Το δέντρο ξέρει να υπάρχει και να συνυπάρχει χωρίς σκέψεις και διαθέσεις, σε απόλυτη ισορροπία και συμφιλίωση κι απόλαυση.

Το αυτοκίνητο μου το πλησιάζει, το φτάνει και το προσπερνά. Μέσα είμαι σ’ αυτό και κρατάω το τιμόνι και λέω, Γεια σου, δέντρο.  

και ό,τι είναι γραπτό…

Μυθιστόρημα

Ιστορίες σε κλίμακες μείζονες & ελάσσονες